ΕΡΜΟΥΠΟΛΗ
Στην Ερμούπολη κατέφυγαν ήδη κατά τη διάρκεια του 1821 οι πρώτοι πρόσφυγες από τη Σμύρνη και τις Κυδωνιές, όταν άρχισαν εκεί οι διωγμοί των Ελλήνων, αλλά και από τη Χίο πριν από την καταστροφή του 1822. Στεγάστηκαν από τους ντόπιους στην Άνω Σύρο, στα σπίτια και στις εκκλησίες καθώς όμως πλήθαιναν, με νέες αφίξεις από Μικρασία, Ρόδο, Κρήτη, Σάμο, άρχισαν να καταλαμβάνουν τα σοκάκια. Την ημέρα κατέβαιναν να εργαστούν στο λιμάνι, όπου η κίνηση αυξανόταν, καθώς και οι δύο εμπόλεμοι σεβάστηκαν σιωπηρώς την ουδετερότητα του νησιού -ένα είδος Ελβετίας της εποχής.
Η καταστροφή της Χίου τον Απρίλιο του 1822, οι διωγμοί και οι σφαγές του άμαχου πληθυσμού της, οδήγησαν απότομα στην προσφυγιά δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Πολλοί κατέφυγαν αρχικά σε άλλα νησιά (Μύκονο, Άνδρο, Κέα, Μήλο) και ιδίως στη γειτονική Τήνο.
Οι περισσότεροι κατέληξαν στη Σύρα, γιατί πρόσφερε ασφάλεια, βρισκόταν σε κεντρική θέση και διέθετε καλό φυσικό λιμάνι. Οι οξυδερκείς Χίοι έμποροι πολύ γρήγορα αναδιοργάνωσαν τα δίκτυα τους με επίκεντρο τη Σύρα. Στις αρχές του 1823 διεξαγόταν ήδη «αδιάκοπον εμπόριον» στο λιμάνι. Το 1824, η καταστροφή των Ψαρών, η κατάληψη της Κάσου και η καταστολή της εξέγερσης στην Κρήτη έστειλαν νέο κύμα προσφύγων.
Τον Μάιο του 1823, η Σύρος περιελήφθη για πρώτη φορά στη νέα διοικητική διαίρεση των νήσων του Αιγαίου που θεσμοθέτησαν οι αρχές της Επανάστασης, για να αποτελέσει μία επαρχία μαζί με τη Μύκονο. Ο πρώτος Έπαρχος Μυκόνου-Σύρου, ο Αλέξανδρος Αξιώτης, κατέφθασε στο νησί τον Ιούλιο του 1823, ενώ λίγο νωρίτερα είχε αφιχθεί ο πρώτος διορισμένος λιμενάρχης Σύρου, ο Θεοχάρης Παπαντωνίου. Ωστόσο ή επιβολή των αρχών του νέου κράτους στο νησί δεν υπήρξε εύκολη υπόθεση. Οι ντόπιοι Συριανοί ήθελαν να διαφυλάξουν την ουδετερότητα τους ενώ οι έμποροι-πρόσφυγες δεν επιθυμούσαν κανέναν περιορισμό ή φορολογική επιβάρυνση στις επιχειρήσεις τους, μολονότι η Σύρος ενίσχυσε οικονομικά την Επανάσταση, με φόρους, τελωνειακούς δασμούς και υποχρεωτικούς εράνους.
Ελάχιστες οικοδομές υπήρχαν στο λιμάνι, όταν έφτασαν οι πρώτοι πρόσφυγες: ο οικίσκος του υγειονομείου, δυο-τρεις πρόχειρες αποθήκες, ένα καφενείο και μια «λοκάντα» (πανδοχείο). Στα 1821-1822 ορισμένοι εύποροι Συριανοί έχτισαν τα πρώτα σπίτια. Οι πρόσφυγες, που δεν θεώρησαν εξαρχής μόνιμη τη διαμονή τους εδώ, εγκαταστάθηκαν σε σκηνές και ξύλινα παραπήγματα. Ωστόσο το 1824 έχτισαν την πρώτη εκκλησία, τη Μεταμόρφωση, λιθόκτιστες οικοδομές στα πιο στέρεα σημεία του εδάφους ενώ τα σπιτόπουλα άρχισαν να σκαρφαλώνουν στις πλαγιές, οργανώνοντας τις συνοικίες των συντοπιτών: Υδραίικα, Εγριπιώτικα (Εύβοια), Βροντάδο (κωμόπολη της Χίου), Ψαριανά. 1.700 «καλύβες» υπήρχαν στο τέλος του 1825, σύμφωνα με μία μαρτυρία.
Στο μεταξύ η κίνηση του λιμανιού αυξανόταν ραγδαία, με τη διακίνηση φορτίων σίτου για την τροφοδοσία και των δύο εμπολέμων, αλλά και πολεμοφοδίων, την εκποίηση λειών πολέμου αλλά και πειρατικών λαφύρων, την εξαγορά αιχμαλώτων αλλά και το δουλεμπόριο, τη ναύλωση και αγοραπωλησία καραβιών και τη συγκέντρωση ειδήσεων από τα διερχόμενα πλοία.
Το 1828, στην πρώτη (ατελή) καταμέτρηση του πληθυσμού, οι κάτοικοι της Ερμούπολης έφταναν σε 13.800 περίπου, ενώ 1.100 ακόμη πρόσφυγες απογράφηκαν στην Άνω Σύρο. Το ένα τρίτο του συνόλου ήταν Χιώτες, ένα πέμπτο, Σμυρνιοί και Κυδωνιείς μετρήθηκαν και διακόσιοι ξένοι. Στο μεταξύ, η νέα πόλη είχε αποκτήσει όνομα και είχε συγκροτηθεί σε αυτοτελή κοινότητα: από το 1825 η «Επιτροπή των Χίων εν Σύρω» έστελνε εκπρόσωπο της στο Βουλευτικό σώμα και το 1826, συνέλευση των «παροικών» είχε αποφασίσει την ονομασία της πόλης, τον ίδιο χρόνο εκλέχτηκε η πρώτη Δημογεροντία.
Στην Ερμούπολη κατέφυγαν ήδη κατά τη διάρκεια του 1821 οι πρώτοι πρόσφυγες από τη Σμύρνη και τις Κυδωνιές, όταν άρχισαν εκεί οι διωγμοί των Ελλήνων, αλλά και από τη Χίο πριν από την καταστροφή του 1822. Στεγάστηκαν από τους ντόπιους στην Άνω Σύρο, στα σπίτια και στις εκκλησίες καθώς όμως πλήθαιναν, με νέες αφίξεις από Μικρασία, Ρόδο, Κρήτη, Σάμο, άρχισαν να καταλαμβάνουν τα σοκάκια. Την ημέρα κατέβαιναν να εργαστούν στο λιμάνι, όπου η κίνηση αυξανόταν, καθώς και οι δύο εμπόλεμοι σεβάστηκαν σιωπηρώς την ουδετερότητα του νησιού -ένα είδος Ελβετίας της εποχής.
Η καταστροφή της Χίου τον Απρίλιο του 1822, οι διωγμοί και οι σφαγές του άμαχου πληθυσμού της, οδήγησαν απότομα στην προσφυγιά δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Πολλοί κατέφυγαν αρχικά σε άλλα νησιά (Μύκονο, Άνδρο, Κέα, Μήλο) και ιδίως στη γειτονική Τήνο.
Οι περισσότεροι κατέληξαν στη Σύρα, γιατί πρόσφερε ασφάλεια, βρισκόταν σε κεντρική θέση και διέθετε καλό φυσικό λιμάνι. Οι οξυδερκείς Χίοι έμποροι πολύ γρήγορα αναδιοργάνωσαν τα δίκτυα τους με επίκεντρο τη Σύρα. Στις αρχές του 1823 διεξαγόταν ήδη «αδιάκοπον εμπόριον» στο λιμάνι. Το 1824, η καταστροφή των Ψαρών, η κατάληψη της Κάσου και η καταστολή της εξέγερσης στην Κρήτη έστειλαν νέο κύμα προσφύγων.
Τον Μάιο του 1823, η Σύρος περιελήφθη για πρώτη φορά στη νέα διοικητική διαίρεση των νήσων του Αιγαίου που θεσμοθέτησαν οι αρχές της Επανάστασης, για να αποτελέσει μία επαρχία μαζί με τη Μύκονο. Ο πρώτος Έπαρχος Μυκόνου-Σύρου, ο Αλέξανδρος Αξιώτης, κατέφθασε στο νησί τον Ιούλιο του 1823, ενώ λίγο νωρίτερα είχε αφιχθεί ο πρώτος διορισμένος λιμενάρχης Σύρου, ο Θεοχάρης Παπαντωνίου. Ωστόσο ή επιβολή των αρχών του νέου κράτους στο νησί δεν υπήρξε εύκολη υπόθεση. Οι ντόπιοι Συριανοί ήθελαν να διαφυλάξουν την ουδετερότητα τους ενώ οι έμποροι-πρόσφυγες δεν επιθυμούσαν κανέναν περιορισμό ή φορολογική επιβάρυνση στις επιχειρήσεις τους, μολονότι η Σύρος ενίσχυσε οικονομικά την Επανάσταση, με φόρους, τελωνειακούς δασμούς και υποχρεωτικούς εράνους.
Ελάχιστες οικοδομές υπήρχαν στο λιμάνι, όταν έφτασαν οι πρώτοι πρόσφυγες: ο οικίσκος του υγειονομείου, δυο-τρεις πρόχειρες αποθήκες, ένα καφενείο και μια «λοκάντα» (πανδοχείο). Στα 1821-1822 ορισμένοι εύποροι Συριανοί έχτισαν τα πρώτα σπίτια. Οι πρόσφυγες, που δεν θεώρησαν εξαρχής μόνιμη τη διαμονή τους εδώ, εγκαταστάθηκαν σε σκηνές και ξύλινα παραπήγματα. Ωστόσο το 1824 έχτισαν την πρώτη εκκλησία, τη Μεταμόρφωση, λιθόκτιστες οικοδομές στα πιο στέρεα σημεία του εδάφους ενώ τα σπιτόπουλα άρχισαν να σκαρφαλώνουν στις πλαγιές, οργανώνοντας τις συνοικίες των συντοπιτών: Υδραίικα, Εγριπιώτικα (Εύβοια), Βροντάδο (κωμόπολη της Χίου), Ψαριανά. 1.700 «καλύβες» υπήρχαν στο τέλος του 1825, σύμφωνα με μία μαρτυρία.
Στο μεταξύ η κίνηση του λιμανιού αυξανόταν ραγδαία, με τη διακίνηση φορτίων σίτου για την τροφοδοσία και των δύο εμπολέμων, αλλά και πολεμοφοδίων, την εκποίηση λειών πολέμου αλλά και πειρατικών λαφύρων, την εξαγορά αιχμαλώτων αλλά και το δουλεμπόριο, τη ναύλωση και αγοραπωλησία καραβιών και τη συγκέντρωση ειδήσεων από τα διερχόμενα πλοία.
Το 1828, στην πρώτη (ατελή) καταμέτρηση του πληθυσμού, οι κάτοικοι της Ερμούπολης έφταναν σε 13.800 περίπου, ενώ 1.100 ακόμη πρόσφυγες απογράφηκαν στην Άνω Σύρο. Το ένα τρίτο του συνόλου ήταν Χιώτες, ένα πέμπτο, Σμυρνιοί και Κυδωνιείς μετρήθηκαν και διακόσιοι ξένοι. Στο μεταξύ, η νέα πόλη είχε αποκτήσει όνομα και είχε συγκροτηθεί σε αυτοτελή κοινότητα: από το 1825 η «Επιτροπή των Χίων εν Σύρω» έστελνε εκπρόσωπο της στο Βουλευτικό σώμα και το 1826, συνέλευση των «παροικών» είχε αποφασίσει την ονομασία της πόλης, τον ίδιο χρόνο εκλέχτηκε η πρώτη Δημογεροντία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου